[άρθρο του Χαρίδημου Κ. Τσούκα, καθηγητή στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick, από την Καθημερινή της Κυριακής 16.10.2011. Η εικονογράφηση είναι του Χάρη Τσέβη, παλαιού φίλου και συνεργάτη, και δημιουργήθηκε και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Fortune.]

«Να δώσεις ύφος στον χαρακτήρα σου – μια μεγάλη και σπάνια τέχνη.»
Φ. ΝΙΤΣΕ

Αν και είχα προετοιμαστεί για το θάνατό του, εν τούτοις ένιωσα σαν να έχανα έναν κοντινό μου άνθρωπο. Ηταν το ίδιο συναίσθημα που ένιωσα με τον θάνατο του Τζον Λένον, του Μάνου Χατζιδάκι, και του Κορνήλιου Καστοριάδη. Δεν χρειάζεται να ξέρεις έναν δημιουργό προσωπικά, είναι αρκετό να συνδεθείς με το έργο του.

Ο πρόωρος θάνατος του Στιβ Τζομπς τερμάτισε τη ζωή ενός παθιασμένου οραματιστή, που μετασχημάτισε αρκετές βιομηχανίες και άλλαξε την καθημερινότητα της ζωής μας. Πέρα από τα υπέροχα προϊόντα του, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η προσωπικότητά του. Τα τεχνουργήματά του ήταν το αποτύπωμα μιας πολυσχιδούς, ενθουσιώδους, χαρισματικής, ευφάνταστης, βουλησιαρχικής, εποικοδομητικά ναρκισσιστικής προσωπικότητας. Δεν θα κατανοήσουμε αυτή την προσωπικότητα, αν δεν καταλάβουμε την πορεία της διαμόρφωσής της.

Ο Τζομπς ήταν παιδί των σίξτις, των καλιφορνέζικων σίξτις. Ο απόηχος της αντικουλτούρας –η αναζήτηση αυθεντικής ατομικότητας, η αυτοπραγμάτωση, η αντισυμβατικότητα, ο συγκρητισμός– τον επηρέασε καθοριστικά. Η ατμόσφαιρα πειραματισμού της Σίλικον Βάλεϊ, η διαρκής αναζήτηση της καινοτομίας και η ριψοκίνδυνη επιχειρηματικότητα διαμόρφωσαν τον ορίζοντά του. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναζήτησε τις συντεταγμένες της ζωής του. Παράτησε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο, παρακολούθησε στη συνέχεια, ανεπίσημα, μόνο μαθήματα που τον ενδιέφεραν (όπως η καλλιγραφία), πειραματίστηκε με ψυχεδελικά ναρκωτικά, ταξίδεψε στην Ινδία, έγινε βουδιστής, ήταν φανατικός χορτοφάγος. Στις άπειρες διακλαδώσεις του βίου, οι «υπόγειες διαδρομές» του συναντήθηκαν απρόβλεπτα (όπως συνήθως συμβαίνει) και ανέδειξαν έναν ασυνήθιστο επιχειρηματία: συγκέρασε ψηφιακή τεχνολογία, επιχειρηματικότητα, και αντικουλτούρα. Κάποτε είπε ότι οι άνθρωποι στη βιομηχανία των υπολογιστών «δεν είχαν πολύ διαφορετικές εμπειρίες στη ζωή τους, οπότε δεν έχουν πολλές τελείες να ενώσουν, και καταλήγουν σε πολύ γραμμικές λύσεις».

Ο ανήσυχος χαρακτήρας του σχετίζεται με την ασυνήθιστη ανατροφή του. Οταν γεννήθηκε, οι βιολογικοί γονείς του τον έδωσαν για υιοθεσία. Ανθρωποι της εργατικής τάξης, ευπρεπείς και στοργικοί, οι θετοί του γονείς είχαν υποσχεθεί στους βιολογικούς του γονείς, που το ζητούσαν επιμόνως, ότι θα τον έστελναν στο πανεπιστήμιο. Το έκαναν. Διακόπτοντας τις σπουδές του, όμως, ο νεαρός Στιβ ήταν σαν να εξεγείρεται κατά των γονιών του. Κόβει συμβολικά τον ομφάλιο λώρο, αναζητώντας την αυτοπραγμάτωσή του. Η γνωστή τελειομανία του, που τον οδήγησε κάποτε στα όρια διατροφικής διαταραχής, εξέφραζε τη βούληση να ελέγχει το πεπρωμένο του. Ηθελε να γίνει όπως αυτός ήθελε – τέλειος. Η υιοθεσία του υπογράμμιζε την τυχαιότητα της ζωής και αναδείκνυε την ψυχική ανάγκη του να γίνει αποδεκτός από τους άλλους, κυρίως μέσα από τα έργα του. Η ισχυρή θεληματικότητά του απέρρεε από τη βαθιά επιθυμία να ορίσει ο ίδιος τη ζωή του. Οι ενδοψυχικές συγκρούσεις του δραματοποιήθηκαν στη δημόσια σκηνή – μετουσιώθηκαν σε επιχειρηματικά – τεχνολογικά ενδιαφέρουσα πράξη.

Η διαίσθησή του, ο εκρηκτικός χαρακτήρας του και η αυτοπεποίθησή του ήταν παροιμιώδεις. Εμπιστευόταν το ένστικτό του και χρησιμοποιούσε τη διευθυντική ισχύ του για να το επιβάλει. Οι έρευνες αγοράς ήταν για τους μέτριους, τους «νερόβραστους», όχι γι’ αυτόν. Αυτός ήξερε τι ήθελε και, κυρίως, ήξερε τι θα ήθελαν οι πελάτες του αν μπορούσαν να το εκφράσουν. «Συχνά οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι θέλουν μέχρι να τους το δείξεις», έλεγε.

Τα πολυσχιδή ενδιαφέροντά του ήρθαν σε ώσμωση μεταξύ τους: κατάφερε να συμβιβάσει τις αξίες της επιχείρησης με τις αξίες της αντικουλτούρας, την τεχνολογία με την αισθητική, τη λειτουργικότητα με το ντιζάιν. Ο Τζομπς ήταν στον αντίποδα του τεχνοκράτη. Καταλάβαινε καλά την τεχνολογία, αλλά έβλεπε πολύ πιο πέρα από αυτή. Στα μαθήματα καλλιγραφίας βρήκε «ομορφιά, ιστορικότητα και καλλιτεχνική λεπτότητα με έναν τρόπο που η επιστήμη αδυνατεί να συλλάβει». Είχε το μυαλό του μηχανικού, αλλά την αισθητική του καλλιτέχνη.

Η δημιουργία δεν εξηγείται αιτιακά, ούτε παράγεται μηχανικά, λέει ο Καστοριάδης. Το πλήρες νόημα των πράξεών μας δεν μας είναι γνωστό τη στιγμή που συμβαίνουν. Αν και δημιουργούμε τον εαυτό μας μέσα από τις πράξεις μας, δεν γνωρίζουμε εκ των προτέρων τις βιωματικές συνέπειές τους. Η πράξη μετασχηματίζει τον δρώντα, συχνά με απρόβλεπτο τρόπο. Δίνουμε συνοχή στη ζωή μας αναζητώντας αφηγηματικά, εκ των υστέρων, το νήμα που συνδέει τις εμπειρίες μας. Συνδέοντας τις εμπειρίες –τις τελείες– σε κάθε φορά διαφορετικά συμφραζόμενα, δημιουργούμε βαθμιαία τον εαυτό μας – το προσωπικό ύφος μας. Τα μαθήματα καλλιγραφίας του Τζομπς βρήκαν αργότερα τον δρόμο τους στις γραμματοσειρές του Macintosh. Τίποτα δεν πάει χαμένο.

Στην περίφημη ομιλία του στους αποφοίτους του Στάνφορντ, το 2005, απηχώντας τον Σοπενάουερ, είπε: «Δεν μπορείς να δεις όλη την εικόνα κοιτάζοντας μπροστά. Τη βλέπεις μόνο κοιτάζοντας πίσω. (…) Πρέπει να πιστεύεις σε κάτι – στο ένστικτό σου, στο πεπρωμένο, στη ζωή, στο κάρμα, σε κάτι». Η πίστη σού δίνει ώθηση για δημιουργία. Τη σημασία της δημιουργίας ποτέ δεν μπορείς να την ξέρεις εκ των προτέρων, την ανακαλύπτεις αργότερα. Δρούμε κάθε φορά μέσα στην ομίχλη, βλέπουμε καθαρά από απόσταση. Να αποδέχεσαι την αβεβαιότητα, να δρας γνωρίζοντας την ανοιχτότητα του νοήματος των όσων κάνεις, να διαθέτεις εσωτερική ορμή, πάθος για αξίες, νιτσεϊκή «υπερχείλιση», να πασχίζεις να συνθέτεις τις εμπειρίες σου – αυτά συνιστούν τα σημαντικότερα γνωρίσματα του δημιουργικού ανθρώπου.

Σε ευχαριστούμε, Στιβ, για ό,τι μας έδωσες και για ό,τι ενσάρκωσες.